Top
 

ΗΜΕΡΗΣΙΑ ΕΚΔΡΟΜΗ ΤΡΙΠΟΛΗ – ΜΥΣΤΡΑΣ – ΜΟΝΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΝΤΑ | 8/10/2017

ΗΜΕΡΗΣΙΑ ΕΚΔΡΟΜΗ ΤΡΙΠΟΛΗ – ΜΥΣΤΡΑΣ – ΜΟΝΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΝΤΑ | 8/10/2017

17€

ανα άτομο

Αναχώρηση 8:00 π.μ. για Ισθμό – Αρτεμίσιο όπου θα κάνουμε στάση για καφέ. Στη συνέχεια μέσω Σπάρτης θα μεταβούμε στην Ιερά Μονή Τεσσαράκοντα η οποία στην επανάσταση του 1821 πρόσφερε σημαντικές υπηρεσίες και έχει ενδιαφέρουσες εικόνες του 14ου αιώνα. Παραμονή για προσκύνημα. Στη συνέχεια επίσκεψη…

Αναχώρηση 8:00 π.μ. για Ισθμό – Αρτεμίσιο όπου θα κάνουμε στάση για καφέ. Στη συνέχεια μέσω Σπάρτης θα μεταβούμε στην Ιερά Μονή Τεσσαράκοντα η οποία στην επανάσταση του 1821 πρόσφερε σημαντικές υπηρεσίες και έχει ενδιαφέρουσες εικόνες του 14ου αιώνα. Παραμονή για προσκύνημα. Στη συνέχεια επίσκεψη στον Μυστρά. Το μεσημεριανό μας γεύμα θα το έχουμε στον Άγιο Ιωάννη. Το απόγευμα επιστροφή στην Αθήνα με στάση στην Τρίπολη για καφέ.

 

Τιμή συμμετοχής: 17 €

 

  • Ημ/νια αναχώρησης
    08/10/2017
  • Ημ/νια επιστροφής
    08/10/2017

Τοποθεσία Εκδρομής

Η Σπάρτη είναι πόλη της Πελοποννήσου και πρωτεύουσα του νομού Λακωνίας στην Ελλάδα. Έχει πληθυσμό 16.239 κατοίκους. Η σημερινή Σπάρτη είναι χτισμένη στις ανατολικές υπώρειες του Ταΰγετου, νότια από το κέντρο της αρχαίας ομώνυμης πόλης, κοντά στη δεξιά όχθη του ποταμού Ευρώτα και σε υψόμετρο 210 μ. Η πόλη επανιδρύθηκε μετά την απελευθέρωση της χώρας το 1834, ύστερα από απόφαση του βασιλιά Όθωνα και σε επίσημη τελετή την 1 Ιανουαρίου 1857 έγινε η εγκαθίδρυση των αρχών από το Μυστρά στη νέα πόλη, που ήταν και η πρώτη στην Ελλάδα που χαράχθηκε με πολεοδομικό σχέδιο. Έχει πλατείς και δεντροφυτεμένους δρόμους, μεγάλες πλατείες, νεοκλασικές οικοδομές και πλούσια ύδρευση. Το ένδοξο παρελθόν της και η κοντινή απόσταση από τον πολυθρύλητο Μυστρά τραβούν την προσοχή πολλών επισκεπτών - τουριστών με προσεγγίσεις κρουαζιερόπλοιων στο Γύθειο. Από την αρχαία Σπάρτη σώζονται λείψανα από τους ναούς της Ορθίας Αρτέμιδος, της Χαλκιοίκου Αθηνάς, του Καρνείου Απόλλωνα, καθώς και θέατρο της ρωμαϊκής εποχής. Αποτελεί το οικονομικό και εμπορικό κέντρο του νομού. Έχει αξιόλογο αρχαιολογικό μουσείο και μουσείο της ελιάς. Είναι η μόνη πόλη πρωτεύουσα νομού της Πελοποννήσου που δε συνδέεται με σιδηροδρομικό δίκτυο (αν και είχε προβλεφθεί τέτοια σύνδεση τον 19ο αιώνα). Επικοινωνεί όμως οδικά με την Καλαμάτα και την Τρίπολη, ενώ διαθέτει και μικρό αεροδρόμιο. Μυστράς Η ιστορία «της νεκρής πολιτείας» σήμερα του Μυστρά αρχίζει από τα μέσα του 13ου αιώνα, όταν ολοκληρώθηκε η κατάκτηση της Πελοποννήσου από τους Φράγκους. Το 1249, ο πρίγκιπας των Φράγκων Γουλιέλμος Β΄ Βιλλεαρδουίνος έκτισε ισχυρό τείχος και κάστρο στην ανατολική πλευρά του Ταϋγέτου, στην κορυφή ενός υψώματος με απότομη και κωνοειδή μορφή, που λεγόταν Μυστράς ή Μυζηθράς. Το όνομα Μυστράς ή Μυζηθράς προϋπήρχε της ίδρυσης του κάστρου και ήταν η ονομασία με την οποία αποκαλούσε το βουνό ο τοπικός πληθυσμόε πριν από το 1249. Μάλιστα, σύμφωνα με το Χρονικόν του Μορέως, ο Γουλιέλμος ονόμασε το κάστρο Μυζηθράν, "διατί το κράζαν ούτως" («Βουνίν εύρε παράξενο, απόκομμα εις όρος. Κάστρον εποίκεν αφηρόν, Μυ(ζη)θράν ονομασέν το»). Η ονομασία σχετίζεται με τη μυζήθρα και, σύμφωνα με ορισμένους ιστορικούς, συνδέεται με το σχήμα του βουνού. Κατ' άλλους, προέρχεται από το Μυζηθράς, το οποίο αποδίδεται στον κύριο της περιοχής (ως όνομα ή ως επάγγελμα). Η οχύρωση του βουνού και η μετεξέλιξη του Μυστρά, κατά τους επόμενους δύο αιώνες (ύστερη βυζαντινή περίοδος), σε ισχυρό πολιτικό, στρατιωτικό, πνευματικό και καλλιτεχνικό κέντρο συνδέεται με την κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τη Δ΄ Σταυροφορία (1204). Μετά από αυτή μετατοπίστηκε το ενδιαφέρον του Βυζαντίου προς τις δυτικές επαρχίες του. Η αλλαγή συνδέεται και με την εμπορική διείσδυση των ιταλικών πόλεων (Βενετίας, Γένοβα, Πίζας κ.ά.), η οποία αναβάθμισε τη σημασία των εμπορικών κέντρων και των ναυτικών σταθμών της Πελοποννήσου. Στην Πελοπόννησο οι Φράγκοι εγκαταστάθηκαν το 1204, έχοντας ως ηγέτη τους τον Γοδεφρείδο Βιλλεαρδουίνο. Ίδρυσαν το πριγκιπάτο της Αχαΐας (ή Μορέως), όμως κατόρθωσαν να επεκτείνουν τα όριά του ως τη νότια Πελοπόννησο μετά το 1248, όταν ο Γουλιέλμος Β΄ Βιλλεαρδουίνος κατέλαβε τη Μονεμβασιά. Η ίδρυση του κάστρου στον Μυστρά το 1249 σηματοδοτούσε την εδραίωση της κυριαρχίας τους στην Πελοπόννησο. Ο Μυστράς, ένα απομονωμένο βουνό, ύψους 634 μ., ανήκει στον ορεινό όγκο του Ταΰγετου και αποτελεί μία πολύ ισχυρή στρατηγική θέση. Το ιδιόμορφο ανάγλυφο του βουνού, με τα δύο πλατώματα στην κορυφή (όπου χτίστηκε το κάστρο) και στη βόρεια ράχη (όπου βρίσκονται τα παλάτια και η πλατεία), οι απότομες και απρόκρημνες πλαγιές στη νότια και νοτιοανατολική πλευρά του, και η δυνατότητα εύκολης οχύρωσης των υπόλοιπων πλευρών, που ήθελε από εδώ να ελέγχει και τα ατίθασα σλαβικά φύλα της περιοχής (τους Μηλιγγούς), ήταν τα φυσικά πλεονεκτήματα αυτής της θέσης και ερμηνεύουν την επιλογή του Γουλιέλμου Β΄ Βιλλεαρδουίνου. Μονή Τεσσαράκοντα Η Ιερά Μονή Αγίων Τεσσαράκοντα Μεγαλομαρτύρων είναι κτισμένη σε μία περιοχή με σπάνιο φυσικό κάλλος, η οποία διαθέτει όλες τις προϋποθέσεις για ησυχαστική ζωή, μία ζωή, που συγκινεί και εμπνέει τους Μοναχούς. Σε απόσταση 15΄ βορειοανατολικά από τη νέα Μονή βρίσκεται η παλαιά Μονή, κτισμένη σε μια φυσική χαράδρα δίπλα στα ήρεμα νερά του χειμάρρου Σωφρόνη (σε απόσταση 20΄από τη Σπάρτη). Πρόκειται για μία ολόκληρη μοναστική πολιτεία με κελλιά για τους Μοναχούς, διαδρόμους ανάμεσα στα κελλιά, Ναό (Καθολικό), αποθήκες για τα τρόφιμα, Τραπεζαρία των Μοναχών («Τράπεζα») και άλλους μοναστηριακούς χώρους. Σύμφωνα με την κτητορική επιγραφή, η οποία σώζεται μέσα στο σπηλαιώδη Ναό του παλαιομονάστηρου, η Μονή κτίστηκε το έτος 1305 επί βασιλείας του Αυτοκράτορος του Βυζαντίου Ανδρονίκου του πρεσβύτερου (1283-1328): Ανηγέρθη εκ βάθρων και ανιστορήθη ο θείος ναός των αγίων ενδόξων μεγάλων μαρτύρων Τεσσαράκοντα δια συνεργίας και πόθου Γερμανού ιερομονάχου και Γρηγορίου μοναχού και Θεοδοσίου μοναχού επί της βασιλείας των ευσεβεστάτων βασιλέων Ανδρονίκου και Ειρήνης και Μαρίας , μητρός των Παλαιολόγων έτει ΩΙΓ’. Όπως προαναφέραμε, ο Ναός (το Καθολικόν) είναι σπηλαιώδης. Πρόκειται δηλ. για ένα φυσικό σπήλαιο διαμορφωμένο περίτεχνα σε Ναό. Στο βάθος του σπηλαίου είναι τοποθετημένη η Αγία Τράπεζα, ενώ όλες οι επιφάνειες είναι αγιογραφημένες από το σπουδαίο Λακεδαιμόνιο αγιογράφο Κωνσταντίνο Μανασσή, όπως αναφέρει σχετική σωζόμενη επιγραφή. Το σύνολο των τοιχογραφιών είναι αξιόλογο, η θεματολογία εκτεταμένη και τα χρώματα πλούσια, ζεστά και κατανυκτικά. Ξεχωρίζει για τη σπάνια εκφραστικότητά του το Μαρτύριο των Αγίων Τεσσαράκοντα. Η παλαιά Μονή μάλλον κτίστηκε, για να φιλοξενήσει προϋπάρχουσα μοναστική Αδελφότητα και είναι απίθανο να ακολουθήθηκε η αντίθετη πορεία, δηλ. κάποιος ενάρετος ασκητής να ζούσε αρχικά μόνος και στη συνέχεια να προσείλκυσε κοντά του πλήθος μαθητών. Η μόνη πρόσβαση, που είχε η Παλαιά Μονή προς τον έξω κόσμο, ήταν ένα μονοπάτι με κατεύθυνση προς δυσμάς. Επειδή το μονοπάτι αυτό ήταν στενό και δύσβατο, για τον ανεφοδιασμό της Μονής σε τρόφιμα κι άλλα αναγκαία κατασκευάστηκε εξαρχής μία αποθήκη στη θέση της σύγχρονης Μονής, όπου άλλωστε βρίσκονταν και τα μοναστηριακά κτήματα, αμπέλια, ελαιώνες κ.α., καθώς και ο σταύλος των ζώων.